απαίτηση

[апэтиси] ουσ. Θ. требование, претензия,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απαίτηση" в других словарях:

  • απαίτηση — η (AM ἀπαίτησις, εως) επίμονη διεκδίκηση των οφειλομένων νεοελλ. έντονη αξίωση …   Dictionary of Greek

  • απαίτηση — η 1. επίμονη αξίωση, διεκδίκηση: Οι απαιτήσεις του ήταν λογικές, γι αυτό δέχτηκε να τις συζητήσουν. 2. (εμπορ.), δικαιώματα από οφειλές: Είχε πολλές απαιτήσεις από οφειλές άλλων εμπόρων, η είσπραξή τους όμως ήταν αμφίβολη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπαιτήσῃ — ἀπαιτήσηι , ἀπαίτησις demanding back fem dat sg (epic) ἀπαιτέω demand back aor subj mid 2nd sg ἀπαιτέω demand back aor subj act 3rd sg ἀπαιτέω demand back fut ind mid 2nd sg ἀ̱παιτήσῃ , ἀπαιτέω demand back futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαιτήσηι — ἀπαίτησις demanding back fem dat sg (epic) ἀπαιτήσῃ , ἀπαιτέω demand back aor subj mid 2nd sg ἀπαιτήσῃ , ἀπαιτέω demand back aor subj act 3rd sg ἀπαιτήσῃ , ἀπαιτέω demand back fut ind mid 2nd sg ἀ̱παιτήσῃ , ἀπαιτέω demand back futperf ind mp 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υποθήκη — (Νομ.). Εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο του οφειλέτη ή τρίτου προς εξασφάλιση κάποιας απαίτησης· η απαίτηση ασφαλίζεται με την προνομιακή ικανοποίηση του ενυπόθηκου δανειστή από την αξία του ενυπόθηκου κτήματος και, καθώς η ικανοποίηση… …   Dictionary of Greek

  • ενέχυρο — Παρεπόμενο εμπράγματο δικαίωμα, το οποίο αποβλέπει στην εξασφάλιση μιας απαίτησης (που μπορεί να είναι και μελλοντική ή υπό αίρεση) καθώς και των τόκων, της ποινικής ρήτρας, των δαπανών κλπ., που προκύπτουν από την απαίτηση αυτή. Ε. μπορεί να… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • ανταπαίτηση — η το να προβάλλει κανείς απαίτηση δική του σε απαίτηση άλλου: Στην απαίτηση των εργατών για μείωση του ωραρίου οι εργοδότες πρόβαλαν την ανταπαίτηση για διατήρηση του ρυθμού παραγωγής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αίτημα — Ό,τι ζητά κανείς, η απαίτηση. (Μαθημ., Φυσ.) Θεμελιώδης πρόταση που μπορεί με τη βοήθεια υποθέσεων και ορισμών να χρησιμεύσει ως βάση για την οικοδόμηση μιας θεωρίας ή για την εξήγηση μιας σειράς πράξεων ή φαινομένων. Το α., σε αντίθεση με το… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.